«Δε θ’ αλλάξω εγώ τον κόσμο»

Βαρέθηκα να το ακούω αυτές τις μέρες. Την πρώτη φορά το άκουσα στην Αθήνα, από δύο (μεταξύ τους) ξαδέρφια. Πολύ έξυπνοι άνθρωποι και οι δύο. Καλλιτέχνες, κάτω των 35. Τη δεύτερη από φίλο στη Θεσσαλονίκη, πρώην συμφοιτητή και συνδικαλιστή, νυν μεταπτυχιακό φοιτητή. Πότε κουράστηκε η γενιά μου; Ή μήπως ξύπνησε νωρίς; Δεν έχω απαντήσεις, μόνο απορίες. Δεν τους νοιάζει να σπάσει ο κύκλος, παρά μόνο να βρούνε τα κρυφά του σημεία. Να βρουν τον ίσκιο, τη δροσιά, να ανακαλύψουν την αιτία της ξηρασίας. Όχι, όχι την αιτία, μόνο να την καταγράψουν. Να μαγευτούν από τη γοητεία της. Να γνωρίσουν ξανά και ξανά τον πόνο και την ηδονή. Μόνο αυτό υπάρχει και το εγώ, που παρότι έχει τη θέση του, καθαρή και περήφανη, δεν επαναστατεί, μήτε λύνει απορίες. Οι απορίες είναι να ανακαλύπτονται και να εφευρίσκονται. Όχι να εξηγούνται, να επιλύνονται. Απλά να υπάρχουν, να σημειώνονται. Οι δυσκολίες είναι πολλές κι οι αντοχές μας λίγες. Δεν είναι αυτοί αναίσθητοι άνθρωποι, ούτε «βολεψάκηδες». Είναι γοητευμένοι και απο-γοητευμένοι μαζί. Είναι η σύνδεση των αντίθετων που δεν κάνει σύνθεση, μα προβάλλει αυτό ακριβώς το εσωτερικό χάσμα. Δεν ξέρω αν έχω να αντιπροτείνω κάτι σ’ αυτούς τους νέους (που μάλλον έχω, αλλά είμαι σίγουρος ότι θα τους εξοργίσει αυτό που θα πω), σίγουρα όμως τους αφουγκράζομαι και βλέπω κομμάτι του εαυτού μου. Και θέλω να μιλήσω και πάλι μαζί τους. Μα δεν έχω τι να πω.

Update:Ευτυχώς, βρήκα και ανέβασα (έστω και καθυστερημένα), το κομμάτι που είχα κατά νου.

Advertisements

13 Responses to “«Δε θ’ αλλάξω εγώ τον κόσμο»”

  1. Πάνος

    Δε χρειάζεται να μιλάνε δυο (ή περισσότεροι) άνθρωποι για να επικοινωνήσουν. Σημασία έχει η παρουσία (του ενός κοντά στον άλλον /τους άλλους). Όσο για τα συμπεράσματα και την «πρόταση» – ποτέ δε θα λείψουν! 🙂

  2. Kounoupi

    Τελικά, έχεις ή δεν έχεις να πεις/αντιπροτείνεις κάτι στους νέους; Αν ναι, τότε πες το, σε παρακαλώ, εδώ πέρα, γιατί ενδιαφέρομαι να το ακούσω. Πιάνω κι εγώ τον εαυτό μου να λέει συχνά τη φράση του τίτλου.

    Το γοητευμένο και απο-γοητευμένο Κουνούπι.

  3. Δε με λένε Μαρία

    Βολεμένοι και φοβισμένοι είναι…Και δεν πειράζει αυτό. Μα έχουν και την ανάγκη να απολογηθούν. Κι επειδή δεν υπάρχουν δικαιολογίες τέλος γίνονται αντιδραστικοί και τότε μπλιαχ

  4. Exiled

    @Πάνο, μέσα έπεσες! «Δικούς μας» χρειαζόμαστε. Αλλά να είναι εκεί.
    @Κουνούπι, ο Πάνος είναι σε καλό δρόμο. Να ξεπεράσει λίγο τον «πατριωτισμό» και θα είναι φίνος! 🙂
    Αν μπορώ να πω, να προτείνω κάτι πολιτικό, αυτό θα ήταν το «εντός ζωής, εκτός κομμάτων».
    @Δε σε λένε, μα άμα ήταν κλασσικοί βολεμένοι, θα είχανε δώσει από 10 φορές ο καθένας για ΑΣΕΠ. Δεν είναι όμως τέτοιοι και αυτό είναι το ενδιαφέρον. Έχουνε να πούνε.
    Από την άλλη το να απολογείται κάποιος για τις επιλογές του, δε μου λέει τίποτα. Γιατί να το κάνει; Υπάρχον μόνο δρόμοι που ακολουθούνται. Και στο τέλος βλέπεις χαραγμένη μία προσωπική διαδρομή. Άμα με τον Χ Ψ έχεις κοινές διαδρομές, τότε έχει καλώς, βρήκες συνοδοιπόρους. Άν όχι, κανείς δε μπορεί να υποστηρίξει πως έπραξε μόνον αυτός σωστά και λάθος οι λοιποί. Έτσι τα βλέπω.

  5. aufheber

    ο κόσμος απλά αλλάζει (άλλαξε ή απλά δεν ήτανε ποτέ έτσι όπως υποθέσαμε ότι είναι από τις αφηγήσεις των άλλων)… αυτός ο καμβάς που μας έλαχε εξόριστε νομίζω ότι είναι πολύ πιο ενδιαφέρων καμβάς διότι αποτρέπει από γενικές κρίσεις, κατηγοριοποιήσεις κτλ. κτλ. σου μιλάω από την θεσσαλονίκη που έχει το πιο ζωντανό κομμάτι της στους δρόμους (και δεν μιλάω για τους φοιτητές)… κι εγώ αφορίζω, κι εγώ αποστασιοποιούμαι και μπορώ να εφευρίσκω άπειρες αρχές για αυτήν την πράξη μου, όμως πάντοτε πέφτει το βλέμμα μου σε έναν άνθρωπο και μόνον και ξέρω από τις διηγήσεις που έχω ακούσει ότι έστω κι ένας άνθρωπος αρκεί… το πολιτικό – διότι εκεί νομίζω ότι εντοπίζεις το πρόβλημα – δεν έχει ακόμη μορφή απλά… ή παρασιτεί με πεπαλαιωμένες κατηγορίες… μας έλαχε η συνείδηση ή η επίγνωση της μετάβασης ως ιστορική μας συγκυρία: τον κόσμο δεν μπορώ να τον αλλάξω διότι ο ‘κόσμος’ δεν υφίσταται (ο κόσμος δηλαδή ως μία γενική έννοια που παραπέμπει σε μία ομοιογένεια)… αυτό είναι σωστό: η προσωπική σου περιπλάνηση (αν και το τέλος, επέτρεψέ μου να πω ουδέποτε το βλέπεις: ούτε καν όταν θα θελήσεις να γράψεις την αυτοβιογραφία σου… ευτυχώς)

  6. aerosol

    Δεν ξέρω αν έχει νόημα να μπαίνουν ταμπέλες σε γενιές ολόκληρες. Νομίζω πως και οι «κλασικές» γενιές του παρελθόντος δεν ήταν παρά παρέες εν τω μέσω άσχετου πλήθους.
    Αν το κάνω, πάντως, το ατόπημα, να ψάξω για καζάνι να βάλω τη γενιά των 30+ (τη γενιά μου), οι λέξεις που μου έρχονται δεν είναι κολακευτικές: συντηρητικοί, ανέμπνευστοι, παρτάκηδες, ξενέρωτοι, παιδιά της μαμάς. Αυτά παρατηρούσα όταν ήμουν 14, τα ίδια στα 25, τα ίδια μου έρχονται και τώρα.
    Είναι όλοι έτσι; Όχι ασφαλώς! Είναι οι περισσότεροι; Μάλλον όχι. Τότε;
    Δεν ξέρω… Αυτή η γεύση μου μένει.
    Ίσως γιατί μεγάλωσε στην πρώτη, ιστορικά, εποχή σταθερότητας, δημοκρατίας και σχετικής αφθονίας. Σε μια Ελλάδα που, χωρίς καλά-καλά να έχει αστική τάξη, θέλησε να χορτάσει όλες τις λαχτάρες και επιθυμίες της μαζί. Δεν περνάς από τις τούρκικες τουαλέτες στο lifestyle σε δυο-τρεις δεκαετίες χωρίς τίμημα: γενιές παραζαλισμένες, μπουχτισμένες, φοβισμένες μην χαθεί τι επίχρυσο κλουβάκι που τις γέννησε.
    Αλλά, στ’αλήθεια, δεν ξέρω αν θα μπορούσε να συμβεί κι αλλιώς.
    [Κι ενώ, ταυτοχρόνως και σχιζοφρενικά, συμφωνώ με τον aufheber!]

  7. οι σκιές μιλάν

    Ηταν ένα πείραμα που έκανε στις αρχές Ιανουαρίου η αμερικανική εφημερίδα Washington Post.

    Την Παρασκευή 12 Ιανουαρίου το πρωί, έπεισε έναν από τους πιο γνωστούς βιρτουόζους βιολιστές παγκοσμίως, τον 39χρονο Τζόσουα Μπελ, να βρεθεί με το βιολί του, ένα σπάνιο και πολύτιμο Στραντιβάριους, σε ένα σταθμό του μετρό της Ουάσινγκτον σε ώρα αιχμής. Ο Μπελ, που τρεις μέρες νωρίτερα είχε γεμίσει τη μεγαλοπρεπή αίθουσα συμφωνικής μουσικής της Βοστώνης, ντυμένος με τζιν, μπλουζάκι και καπέλο του μπέιζμπολ, έπαιξε μέσα σε 43 λεπτά έξι αριστουργηματικές συνθέσεις της κλασικής μουσικής. Μπροστά του είχε ανοικτή τη θήκη του βιολιού του με μερικά δολάρια για μαγιά. Ολη την ώρα που ο Μπελ στεκόταν σε μια γωνία του σταθμού παίζοντας, μία κάμερα κατέγραφε τα πάντα. Το πρώτο τρίλεπτο δεν συνέβη τίποτε.

    Ο πρώτος άνθρωπος που κοντοστάθηκε για λίγο μπροστά από τον Μπελ, ένας μεσήλικας, ήταν ο 64ος άνθρωπος που περνούσε από μπροστά του. Μισό λεπτό αργότερα, μία γυναίκα έριξε ένα δολάριο στη θήκη του βιολιού και απομακρύνθηκε. Πέρασαν έξι ολόκληρα λεπτά για να σταματήσει κάποιος περαστικός, έστω για λίγο, για να τον ακούσει. Στα 43 λεπτά που έπαιξε βιολί εκείνο το πρωινό ο Μπελ, πέρασαν από μπροστά του 1.097 άνθρωποι. Επτά από αυτούς σταμάτησαν τουλάχιστον ένα λεπτό για να απολαύσουν το παίξιμο του Μπελ. Είκοσι επτά έριξαν χρήματα στη θήκη του βιολιού, χωρίς να σταματήσουν έστω και για λίγο. Συγκεντρώθηκαν 32 δολάρια και κάτι σεντς. Οι υπόλοιποι 1.070 άνθρωποι που πέρασαν μπροστά από τον Μπελ (άνδρες, γυναίκες, παιδιά, λευκοί, μαύροι, Ασιάτες, νέοι και ηλικιωμένοι) χωρίς καν να γυρίσουν το κεφάλι και χωρίς να επιβραδύνουν, δεν έδειξαν να καταλαβαίνουν τίποτε.

    Υπήρχε, όμως, μία δημογραφική ομάδα που είχε συνεπή συμπεριφορά απέναντι στον μουσικό. Κάθε φορά που περνούσε ένα παιδί, προσπαθούσε να σταματήσει, να δει και να ακούσει. Και κάθε φορά ένας γονιός ή ένας μεγάλος, τέλος πάντων, το τραβούσε μακριά.

    Στην ταινία που κατέγραψε το συμβάν βλέπει κάποιος κύματα αδιάφορων και βιαστικών ανθρώπων να περνούν μπροστά από τον μουσικό σαν τυφλοί και κουφοί. Ο βιολιστής δείχνει να είναι ο μόνος ζωντανός άνθρωπος σε έναν κόσμο-ζόμπι. Που δεν βρίσκουν χρόνο να ακούσουν, έστω και για ένα λεπτό, ονειρική μουσική. Μαζί με την εφημερίδα, μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος πόσα άλλα όμορφα πράγματα που υπάρχουν τριγύρω μας χάνονται από την πίεση της σύγχρονης ζωής. Ή μάλλον όχι «χάνονται». Εμείς τα χάνουμε.

    Είμαστε τυφλοί με ανοικτά τα μάτια.
    (απο την σημερινή SD)

  8. aufheber

    κι εμείς ποιοι είμαστε; αυτοί που κοιτάζουν αυτούς που κοιτάζουν όλους όσους δεν κοιτάζουν;! την καλησπέρα μου

  9. Jane E.

    «Δε θ’ αλλάξω εγώ τον κόσμο!»

    Ακόμα κι αν το πιστεύουν, μαζί με αυτούς ο Θεός (λέμε τώρα) κι ο κόσμος όλος… προς τι η δήλωση;

    Είναι σαν να μη διψάς, να κοιτάς το ποτήρι μπροστά σου άδειο και να φωνάζεις «δε διψάω, δε διψάω» χαχαχχαχαχαχαχαχαχα! Φυσικά υπάρχει το γιατί και το επειδή: Μονάχα τότε δε θα τους ζητηθεί (κυρίως από το εγώ τους) να πάνε στη βρύση και να γεμίσουν το ποτήρι νερό, quite practical για αυτούς που απλώς ζουν από τη μια μέρα στην άλλη. Copycat είναι μια άλλη τεχνική που χρησιμοποιείται ευρέως (εβραίος; ποιος εβραίος;)

    Κάποιος αναφέρθηκε πιο πάνω στο φόβο, κάποιος άλλος στην έλλειψη focus, για μένα αυτά δεν βρίσκουν στόχο, I think it’s all about emptiness σε συνδυασμό με την επιλογή του lifestyle. Πώς να το κάνουμε άλλωστε; Δε διαθέτουμε όλοι το περιεχόμενο σε ίσα ποσοστά + στην ίδια ποιότητα.

    (autheber, στο σχόλιο σου τα έδωσες όλα :p)

  10. Кроткая

    εγώ πάλι νομίζω πως πάντα έτσι ήταν, οι λίγοι έκαναν την διαφορά και μετά ενσωματώνονταν και αυτοί, απλώς η χρονική απόσταση εξιδανικεύει και παραμορφώνει.

  11. o -kairos

    Τον κοσμο τον αλλαζουν αυτοι που εχουν να χασουν μονο τις αλυσσιδες τους.Οχι τα dvd τους.

  12. vangelakas

    Πώς τό έλεγε ο Καζαντζάκης γιά τό ότι εσύ μόνος σου, θά αλλάξεις τόν κόσμο;

  13. τρολλ

    Φαντασου να σε αφηναν χωρις ιδιαιτερες γνωσεις μεσα σε μια ζουγκλα…να μην ξερεις απο που να φυλαχτεις…και να ειχαν την απαιτηση να επιβιωσεις χωρις να μπορεις να φας μπανανες..ποσο δυσκολα θα ηταν.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s