Το σοκ των Αθηνών, η θλίψη της Θεσσαλονίκης, μέρος πρώτο

Οι εικόνες με τα ανάποδα γκλομπ των αστυνομικών στις διεθνείς δημοσιογραφικές και πολιτικές ιστοσελίδες, το αδύνατο να πληρωθεί δημόσιο χρέος, το δεύτερο μνημόνιο με την Τρόικα, οι διαδηλώσεις, η βία που ξεσπάει εναντίων δικαίων και αδίκων, ο δολοφονημένος άντρας λίγο πριν γίνει πατέρας από τα χέρια τριών μεταναστών που του κλέψανε την κάμερα, ο δολοφονημένος μετανάστης και οι λοιποί πενήντα τραυματίες ως αντίποινα στα πλαίσια ενός αντιμεταναστευτικού πογκρόμ, οι μολότοφ των αναρχικών που καίνε μικροπωλητές έξω από αστυνομικά τμήματα στο κέντρο της Αθήνας, το καλό κουστούμι ενός πρωθυπουργού που προσπαθεί να κρατήσει μία καλή εικόνα μπροστά στις κάμερες, ενώ πουλάει τον δημόσιο πλούτο κατά παραγγελία των δανειστών του κράτους, μαζί με τις πανταχού παρούσες διαφημίσεις τουριστικών πακέτων, αλλά και προϊόντων σε ειδική προσφορά από διατιμημένα (Discount) σούπερ μάρκετ, είναι η εικόνα του ενημερωμένου για τα διεθνή ζητήματα κατοίκου της Γερμανίας για την Ελλάδα τον τελευταίο καιρό. Οι μέρες περνάνε και νέες συναντήσεις λαμβάνουν χώρα ανά την Ευρώπη, φανερές και μυστικές (όπως του Λουξεμβούργου), ενώ το όνομα της χώρας φιγουράρει μόνιμα δίπλα στις λέξεις «πρόβλημα» και «χρέος». Έχοντας γεννηθεί και μεγαλώσει στον τόπο του σύγχρονου «προβλήματος», είχα διαμορφώσει μία άποψη από την ασφάλεια της απόστασης που προσφέρει το Βερολίνο, η οποία έμελλε ν’ αλλάξει με μία κάθοδο – για δύο μόλις βδομάδες.

Το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα

Η χώρα που θυμόμουν είχε περάσει την διαδικασία του χρονικού καλλωπισμού και βάδιζε τον δρόμο της εξιδανίκευσης. Είναι μία διαδικασία σταδιακής μυθοποίησης, η οποία στην περίπτωση του συντάκτη κρατάει περίπου ένα εξάμηνο, δηλαδή το χρονικό διάστημα ανάμεσα σε δύο επισκέψεις, κύκλος που άμα τη ολοκλήρωσή του φέρνει την εκ νέου αποδόμηση όλων των θετικών σκέψεων. Σκέψεων που προκλήθηκαν από τη νοσταλγία του χρόνου που έτρεξε και μεταλλάχθηκε σε ανάμνηση. Η χώρα που οι κάτοικοί της έχουν την ευγενή μανία της εκπαίδευσης γι’ αυτούς και τα παιδιά τους, σε βαθμό που να αντιστέκονται μοναδικά μέχρι σήμερα επιτυχώς σε ευρωπαϊκό επίπεδο στην εμπορευματοποίηση της τελευταίας, όπως αυτή προγραμματίστηκε στην σύνοδο των υπουργών της Ε.Ε. στην Μπολόνια το 1995, η χώρα των ατίθασων υποκειμένων, της κοινωνικής αλληλεγγύης της οικογένειας και της γειτονιάς, η οποία μπορεί σε πιο προσωπικό επίπεδο να περιορίζει το υποκείμενο μέσω της τυραννίας της οικειότητας, η χώρα των ονείρων της πρώτης νιότης, των παιδικών φίλων και των συγγενών, η χώρα που δημιουργήθηκε στο επανανοηματοδοτημένο παρελθόν, ήρθε και βρήκε την πρόσφατα υιοθετημένη ματιά του Γερμανού τουρίστα ως η χώρα του ήλιου, της θάλασσας, του ούζου, των φρέσκων ψαριών, των φρούτων και των λαχανικών, της ξεγνοιασιάς. Όπως δηλαδή παρουσιάζεται στα πακέτα διακοπών για τους συνταξιούχους της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης και την οποία οι τελευταίοι – μαζί τους και το μεγαλύτερο μέρος της γερμανικής κοινωνίας – έχουν υιοθετήσει. Μια ματιά που για τον γράφοντα προδίδει ένα ελάχιστο consensus ιδεολογικής ενσωμάτωσης στη νέα κοινωνία. Αλλά καλό θα ήταν να ξεκινήσουμε από την άφιξη.

Οι πρώτες εικόνες από την Αθήνα.

Το αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος των Αθηνών, μπορεί κάλλιστα να συγκριθεί με τα μεγαλύτερα και πιο σύγχρονα αεροδρόμια του κόσμου. Την ποιότητα των υπηρεσιών του εγγυάται το γερμανικό κονσόρτσιουμ, που το κατασκεύασε. Κομμάτι του ανήκει στην Fraport, ενώ ένα άλλο του κομμάτι ελέγχεται από την κατασκευαστική εταιρία Hochtief AG. Για όσους γνωρίζουν μία κατασκευάστρια εταιρία με παράδοση πολλών ετών στην Γερμανία. Ειδικά τα χρόνια του εθνικοσοσιαλισμού, οπότε και κατασκεύασε με ανάθεση πολλά δημόσια έργα, μεταξύ άλλων αυτοκινητόδρομους και δημόσια κτίρια στην Νυρεμβέργη, ενώ επιμελήθηκε και την κατασκευή του καταφυγίου του Χίτλερ (Führerbunker). Προτού λοιπόν γίνει πολυεθνική η μετοχική της βάση και διεθνοποιήσει την κληρονομιά του ονόματός της, βοήθησε στην κατασκευή του αεροδρομίου των Αθηνών, τη διαχείριση του οποίου έχει για τα πρώτα 30 χρόνια λειτουργίας του. Το γερμανικό κεφάλαιο καλωσορίζει τους επισκέπτες στο ελληνικό έδαφος. Για να φτάσει κανείς στην πόλη, η οποία απέχει 20 χιλιόμετρα από το αεροδρόμιο, θα χρειαστεί να επιβιβαστεί στο πιο μοντέρνο μετρό της Ευρώπης/του κόσμου, κατασκευασμένο και διαχειρίσιμο επίσης από γερμανοελληνική κοινοπραξία, ή τον (προς πώληση) κρατικό προαστιακό. Αφού επιβιβαστεί στα βαγόνια της Siemens, της MAN ή της νοτιοκορεατικής Secheron, θα κατέβει ο επισκέπτης στους φτιαγμένους από πεντελικό μάρμαρο σταθμούς του μετρό. Για ν’ ανέβει στην επιφάνεια, είναι ευκολότερο από τα σκαλοπάτια να χρησιμοποιήσει της κυλιόμενες σκάλες του βιομηχανικού κολοσσού της Thyssen Krupp.

Μετά τις εντυπώσεις, η πραγματικότητα της πρωτεύουσας.

Μετά παύει η παρέμβαση του γερμανικού κεφαλαίου κι έρχεται η αλλαγή του σκηνικού. Αποβίβαση στην πλατεία Ομόνοιας, σε μία από τις δύο κεντρικές πλατείες της πόλης (με την άλλη να είναι η πλατεία του Συντάγματος, όπου συγκεντρώνονται κατά δεκάδες χιλιάδες οι κάτοικοι των Αθηνών τις τελευταίες μέρες για να εκφράσουν την δυσαρέσκειά τους για την κατάσταση της χώρας). Δίχως τα περιθώρια κέρδους του περιφραγμένου χώρου, ο δημόσιος χώρος της πλατείας έχει αφεθεί στην αδιαφορία του γερμανικού κεφαλαίου. Μαζί με τα κατασκευασμένα από την Siemens φανάρια της πόλης μαρτυρά πως η πόλη ανήκει στον τρίτο κόσμο. Τον κόσμο των απόκληρων. Εκεί, στρατιές από τους τελευταίους στοιβάζονται και περιμένουν να ανάψει κόκκινο, προκειμένου να εφορμήσουν στα σταματημένα αυτοκίνητα για τα πλύνουν τα παρμπρίζ, να πουλήσουν παιχνίδια για μικρά παιδιά και άλλοι απλά να επαιτήσουν. Στα πιο σκοτεινά σημεία του κέντρου, τα φανάρια διαθέτουν και εμπόρους ναρκωτικών και εκδιδόμενες από την Αφρική. Η θέα ενός εικοσάχρονου μαύρου κοριτσιού με το λάγνο βλέμμα στις 11 η ώρα το πρωί στην λεωφόρο Λιοσίων, είναι μία εμπειρία που θα κάνει χρόνια να σβηστεί από το θυμικό. Σκέφτομαι πως αν όλοι αυτοί προκαλούσαν ζημιές στα φανάρια ή στο έδαφος της πλατείας, ίσως είχαν καλύτερη τύχη. Κάποιος θα τους πρόσεχε και δεν θα τους άφηνε έρμαια της μαφίας που τους αναγκάζει να περνάνε εκεί, σε καθεστώς απόλυτης αναξιοπρέπειας τις μέρες τους. Ίσως αν δεν ήταν τόσο αδιάφοροι για τα γερμανικά εμπορεύματα, που πλαισιώνουν την αθλιότητά τους, αν μπορούσαν να σκεφτούν κάτι διαφορετικό από τις μαφίες που ορίζουν τη ζωή τους, ίσως τότε να κατάφερναν να κινήσουν το ενδιαφέρον της δημόσιας σφαίρας και να αντιμετωπιστούν όχι σαν πρόβλημα, αλλά σαν άνθρωποι.
Αυτή η αντίθεση του σκηνικού των καταραμένων από την μία στην επιφάνεια της πόλης με τις λουξ υποδομές από κάτω της, αντιστρέφοντας την συνδήλωση του «πάνω» και του «κάτω», δείχνουν δύο εικόνες μίας χώρας, που αλληλοσυμπληρώνονται πλήρως αντιφατικά. Αν κανείς ανατρέξει στους στόχους που έχουν τεθεί από τις ελληνικές κυβερνήσεις τα τελευταία 15 χρόνια και την γεωγραφική θέση της χώρας θα διαπιστώσει από την μία τις διαρκείς προσκλήσεις υψηλού επιπέδου τουρισμού. Ο ιδανικός επισκέπτης θα πρέπει ν’ αναζητήσει την έξοδο στο ξενοδοχείο του, όπου θα ξεκινήσει για έναν αποστειρωμένο περίπατο στο ήμισυ του κέντρου της πόλης, το κομμάτι δηλαδή που έχει αρχαιολογικό ενδιαφέρον κι εκείνο που είναι ανακαινισμένο. Γιατί από την άλλη, το υπόλοιπο του κέντρου βρίσκει την ανέχεια των άθλιων της σημερινής εποχής. Των ανθρώπων χωρίς χαρτιά, των μεταναστών, οικονομικών και πολιτικών. Οι ίδιοι ήταν που κατοίκησαν κομμάτι του κέντρου της πόλης την δεκαετία του ’90. Τότε ήταν Αλβανοί και Πακιστανοί. Σήμερα είναι μερικοί Πακιστανοί, αλλά πλέον και Σομαλοί, Νιγηριανοί και Αφγανοί. Τότε ήταν οι συνοικίες του Γκάζι, του Κεραμικού και του Ψυρρή. Σήμερα, αυτές οι περιοχές αποτελούν παραδείγματα gentrification. Τα παραδοσιακά σπίτια του κέντρου της πόλης βρήκαν καινούργιους κατοίκους μετά την ανακαίνιση από τις εταιρίες που αγόρασαν μαζικά ακίνητα στις περιοχές, ενώ τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια γκαζιού και κεραμικής μετατράπηκαν σε γκαλερί, λοφτ, γραφεία, μπουτίκ και μπαρ/καφέ (βλέπε για την ιστορία εδώ). Τότε, οι μετανάστες έφυγαν με την συνδρομή της αστυνομίας έχοντας ρίξει τις τιμές των ακινήτων – και καθώς τα συνεργεία ανακαινίσεων έπιαναν δουλειά, ώστε το σχέδιο να είναι έτοιμο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Τώρα, δεν υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα, αλλά μοιάζει σχεδόν βέβαιη η βίαιη μεταφορά των «άθλιων». Οι Βερολινέζοι – για να δούμε και τα τοπικά ζητήματα – θα μπορούν να καταλάβουν την θέση των τελευταίων, καθώς οι κάτοικοι του Mitte, του Prenzlauer Berg, του Kreuzberg και του Neukölln κατά χρονική σειρά έχουν βρεθεί και βρίσκονται στη θέση τους. Δεν είναι τυχαίο πως πριν από περίπου έναν χρόνο το ταξιδιωτικό blog των New York Times T-Magazine είχε ονομάσει την Αθήνα ως το νέο Βερολίνο.
Τέλος, το αττικό σκηνικό συμπληρώνεται με τη νέα «μόδα», η οποία εμφανίζεται τα τελευταία δέκα χρόνια και δείχνει μια αίσθηση οικονομικής ανάπτυξης και πολιτισμικής δυτικοποίησης της αθηναϊκής καθημερινότητας τον καιρό της νομισματικής ενοποίησης. Τα προγράμματα σύγκλισης της ΕΕ δείχνουν να πιάνουν τόπο αναφορικά με τους άστεγους ή καλύτερα με την δημιουργία αυτής της κατηγορίας υπο-πολιτών, που διαθέτει κάθε σύγχρονη «ανεπτυγμένη» χώρα. Οι άστεγοι δεν αποτελούσαν μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1990 παρά εξαιρέσεις στο αστικό τοπίο του νοτιοανατολικού άκρου της Ευρώπης. Το να είναι κανείς άστεγος ήταν ζήτημα επιλογής, ενώ αυτή η κατάσταση συνοδεύονταν κι από μιας μορφής ιδιαιτερότητας του χαρακτήρα. Γι’ αυτό εξάλλου ήταν γνωστοί και με τα ονόματά τους στους ντόπιους. Ο αριθμός των αστέγων έχει αυξηθεί κατακόρυφα αυτό το διάστημα με αποτέλεσμα τα βράδια πάνω από 20000 (κατά την ΜΚΟ Κλίμακα) να γεμίζουν τις εισόδους των κτιρίων που στεγάζουν γραφεία στο κέντρο, τα παγκάκια στα πάρκα και τα εγκαταλελειμμένα κτίρια της πόλης. Έχοντας χάσει την οικονομική τους ανεξαρτησία, έχοντας διακόψει δεσμούς με την κοινωνία, η οποία τους στερεί την ελάχιστη αλληλεγγύη της παροχής στέγης, οι άστεγοι της πόλης αντιστέκονται, αποφεύγοντας την επαιτεία.
Σ’ αυτό το μείγμα νοσταλγίας με μια γερή δόση από μηχανισμό απώθησης της νοοτροπίας νεόπλουτου, που έχει κυριαρχήσει στην μπερλουσκονοποιημένη Ελλάδα των πακέτων της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και μετά και προφανώς έχει ωθήσει και αρκετούς από τους άστεγους σ’ αυτήν την κατάσταση, ξεκίνησα να βρω και πάλι ορισμένες και ορισμένους από τους ανθρώπους που μοιραστήκαμε σαν συμμαθητές και σαν φοιτητές κοινές ανησυχίες, κοινές ελπίδες για έναν διαφορετικό κόσμο και βιώσαμε κοινές απογοητεύσεις μέχρι την σε βαθμό κατάθλιψης καθηλωτική – κυρίως για εμάς τους ίδιους – επιβεβαίωση των λογικών συμπερασμάτων μας. Επιβεβαίωση, που ήρθε με την εκτόξευση των spreads και την τελική επιδρομή στα ύστατα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα που λαμβάνει χώρα τον τελευταίο χρόνο στην χώρα. Ο λόγος για τους φίλους. Γι’ αυτούς που έμειναν πίσω στις μεταλλαγμένες πόλεις.

Οι φίλοι. Μορφωμένοι, εκμεταλλευόμενοι και απολυμένοι.

Το πρώτο πρόσωπο που συνάντησα ήταν η Λ., ετών 28. Την γνώρισα φοιτητής στην Θεσσαλονίκη, σαν βέρα Αθηναία. Ήτανε η μοναδική Αθηναία του κύκλου μας, οπότε γινόταν αντικείμενο παρατήρησης ως εξωτικό είδος που ήταν για εμάς τους ντόπιους. Αποδείχτηκε πως πέρα από το γρήγορο του βαδίσματος να μην έχει κάποια άλλη ειδοποιό διαφορά. Ομολογουμένως σκανδαλώδες γεγονός. Μετά διακρίναμε την ευαισθησία της, πίσω από το τυπικό πειραχτικό της χιούμορ. Της έλαχε να είναι εκείνη που θα έμενε περισσότερο σταθερή στα λόγια της απ’ όλους μας. Λόγια καθαρά, αν και ορισμένες φορές αφιλτράριστα, λόγια που ακολουθούν προσωπικά στερεότυπα, απαράλλαχτα στον χρόνο. Ένας άνθρωπος ντόμπρος, με λίγα λόγια. Μετά τις σπουδές της στην Πολιτική Ιστορία και τη Δημόσια Διοίκηση, ακολούθησε ένα μεταπτυχιακό στην Πολιτική Θεωρία στην Αθήνα και βγήκε στην αγορά εργασίας. Έγινε ό,τι περίμενε να γίνει. Σερβιτόρα. Αλλά η συνέπειά της και η κοινωνική της συνείδηση της εξασφάλισε να έχει τουλάχιστον ένσημα από την δουλειά της, κάτι το μη δεδομένο για τους πολλούς, μηδενός του γράφοντα εξαιρουμένου. Μετά την χαρά της συνάντησης, άρχισε να μου μιλάει όπως πάντα. Ειλικρινά. Δεν ήξερε τι να περιμένει από την επόμενη μέρα. Την είχανε απολύσει και μπήκε στο ταμείο ανέργων, απ’ όπου λαμβάνει 450 ευρώ τον μήνα για συνολικά έναν χρόνο. Βρήκε παράλληλα μία αδήλωτη εργασία ως υπάλληλος γραφείου για τρεις μέρες την εβδομάδα και καλύπτει κάποια έξοδα, μεταξύ των οποίων το νοίκι, το οποίο μοιράζεται με μία συγκάτοικο. Λέει πως η μόνη λύση είναι να κατέβει ο κόσμος στον δρόμο. Να σταματήσουν οι αυθαρεσίες των πολιτικών και της αστυνομίας. Να ξαναγίνει η χώρα οικεία και να διώξει τον φόβο προς τους ξένους. Μου μιλάει και βλέπω την βεβαιότητα στα λόγια της, όπως την έβλεπε κανείς σε κομμουνιστές τα χρόνια του ψυχρού πολέμου. Καταλήγω στο ίδιο συμπέρασμα, πως οι κομμουνιστές της εποχής μας είναι οι αναρχικοί. Προσπαθώ να ξεφύγω από τις ενοχές της φυγής και – κυρίως – της μη επιστροφής. Από την αγωνία του ατόμου, που στην προσπάθειά του να καλυτερέψει τον εαυτό του και την ποιότητα ζωής του, αφήνει πίσω του μία κατάσταση που – σε πρώτη εντύπωση – φαντάζει εξωφρενικά κρίσιμη και κάνει τον ίδιο να μοιάζει τυχοδιώκτης. Κι ας έχει αντιμετωπίσει και αντιμετωπίζει ακόμα την πρεκαριοποίηση σε δύο χώρες. Στην Ελλάδα, τα πάντα μοιάζουν ρευστά. Όλα μοιάζουν με έναν τελευταίο αγώνα, του οποίου η έκβαση θα καθορίσει το σκηνικό των επόμενων δεκαετιών. Και γνωρίζοντας πως η ζωή χωρίς όνειρα είναιζωή χωρίς μέλλον, γίνεται προσπάθεια καταφυγής σε άλλες συνομιλίες. Να ακουστούν κι άλλες απόψεις, πέρα απ’ όσες αντιλαλούν φόβους.
Η αμηχανία βρίσκει πρόσκαιρη λύση στα τηλεφωνήματα. Σχηματίζω τον αριθμό της Ε., 29 ετών, από την Θεσσαλονίκη. Σπούδασε δημοσιογράφος στην Θεσσαλονίκη και έκανε μεταπτυχιακό στην θεωρία κινηματογράφου στην Δυτική Ευρώπη, σε «καλή σχολή». Παίρνω τηλέφωνο με την προσμονή μίας πιο εποπτικής θέασης της κατάστασης. Οι σπουδές στο εξωτερικό και η εμπειρία της ζωής εκεί της έχουν δώσει το πλεονέκτημα μιας πιο ψυχρής αντιμετώπισης των καταστάσεων. Κι ας μαρτυράει το βιογραφικό της μεγάλη ζύμωση με την εγχώρια αγορά εργασίας. Για χρόνια δούλευε (ανασφάλιστη) ως κριτικός κινηματογράφου σε διάφορα περιοδικά, ενώ έχει δουλέψει και στο γραφείο τύπου του φεστιβάλ κινηματογράφου της πόλης. Τα έντυπα δεν πλήρωναν καλά, όποτε πλήρωναν, τόσο στην γενέθλια πόλη, όσο και στην Αθήνα, όπου κατέφυγε με την υπόσχεση των περισσότερων ευκαιριών εργασίας πριν από 5 χρόνια. Έτσι, πριν από ενάμιση χρόνο άρχισε να δουλεύει σε ένα διαφορετικό επαγγελματικό αντικείμενο, ως σχεδιάστρια ρούχων μόδας. Για 900 ευρώ – πάντα ανασφάλιστη. Όλ’ αυτά μέχρι και πριν από έναν μήνα, οπότε και απολύθηκε. Μένει μόνη της στην Αθήνα, αλλά θα επιστρέψει στους γονείς της, στην Θεσσαλονίκη, όπου και θα σκεφτεί τι θα κάνει. Δεν επιθυμεί να φύγει στο εξωτερικό και να επανεκκινήσει από το μηδέν τη ζωή της. Βρήκα τις απαντήσεις της ρεαλιστικές, όσο και πιο προσωπικές. Λύση δεν περιμένει. Παρά μόνο κάπου να μπορέσει να σταθεί αξιοπρεπώς και με τη δυνατότητα να εκφράζεται ελεύθερα. Προσανατολίζεται και πάλι να ξεκινήσει την αρθρογραφία. Ο δυναμικός χαρακτήρας της, σε συνδυασμό με τις γνώσεις της και την εμπειρία της, θα αποτελούσε υπό κανονικές συνθήκες εγγύηση επιτυχίας. Τώρα δεν μπορώ να την καθησυχάσω, αποχαιρετώντας την με την κλασσική επωδό «όλα θα πάνε καλά». Αυτό το λευκό ψέμμα θα αντιμετωπιζότανε με τον πρέποντα χλευασμό από την άλλη άκρη της γραμμής.

Ο δρόμος προς τη Θεσσαλονίκη

Η συνομιλία τερματίζεται χωρίς να δοθεί ραντεβού. Και τι άλλο να πεις; Έτσι κι αλλιώς, η γενιά μας εκολουθεί ένα δρόμο σιωπηρό και οργισμένο. Κεφαλαιοποιείται σε συναίσθημα η γνώση της δυστυχίας των θαυμάσιων ανθρώπων και συνεχίζεται το παιχνίδι με τον χρόνο. Η ώρα περνάει και πάω να βγάλω εισιτήριο για το βραδινό τραίνο για Θεσσαλονίκη. Παραμονές Πρωτομαγιάς και ενημερώνομαι πως τα δρομολόγια θα ξεκινήσουν τα μεσάνυχτα της επόμενης. Συλλογίζομαι πως η γραμμή Αθηνών – Θεσσαλονίκης είναι από τις ελάχιστες που δεν έχουν καταργηθεί στα πλαίσια εξοικονόμισης πόρων από τον ΟΣΕ, προκειμένου να μειωθεί η αντικειμενική του αξία, φτάνοντας στο τελευταίο στάδιο πριν την ιδιωτικοποίησή του. Κι ας έχει καταργηθεί η κλινάμαξα, ο «καρβουνιάρης» που λέμε οι ιθαγενείς. Κλείνω εισιτήριο για το πρώτο τραίνο. Η παραμονή στην πρωτεύουσα παρατείνεται κατά μία μέρα. Επιστρέφω στο κατάλυμα της Λ. και προσπαθώ να κοιμηθώ. Πράγμα εξαιρετικά δύσκολο στα Εξάρχεια, εν μέσω κρότων από την εκτόξευση χημικών από την αστυνομία. Καθημερινή κατάσταση για τους κατοίκους, ενημερώνομαι. Αδυνατώ να καταλάβω πόσο διαφορετικά μπορεί να είναι στη Βαγδάτη ή την Τρίπολη. Η Πρωτομαγιά περνάει με συμμετοχή στην μοναδικά υποτονική πορεία των συνδικάτων. Ο κόσμος λείπει. Αναρωτιέμαι εντονότερα από ποτέ αν η πόλη που θυμόμουνα από τις προηγούμενες επισκέψεις έχει πραγματικά υπάρξει. Μπροστά στο Σύνταγμα αρχίζει ο κόσμος και διαλύεται. Η συλλογική διάνοια κατανοεί το μικρό μέγεθος της διαδήλωσης. Στον ίδιο χώρο σε κάτι παραπάνω από τρεις βδομάδες θα επιστρέψουν ως κομμάτι ενός γιγαντιαίου πλήθους. Το βράδυ πηγαίνω στον σταθμό, παίρνοντας οδηγίες για τον ασφαλέστερο δρόμο. Είναι μόλις 15 λεπτά με τα πόδια. Βρίσκομαι να περιμένω με καμμιά δεκαριά να ανοίξουν οι πόρτες του σταθμού. Ώρα 11:30. Στις 12:05 ανοίγουν. Στις 01:00 μας λένε πως θα καθυστερήσει άλλη μία ώρα το δρομολόγιο. Τελικά ξεκινάμε λίγο πριν τις 3. Το δρομολόγιο αποδεικνύεται πως είναι το φθηνότερο. Το αντιλαμβάνεται κανείς βλέποντας τη σύσταση των επιβατών: Φοιτητές, στρατιώτες, μετανάστες, συνταξιούχοι και λοιποί ταξιδιώτες με κοινό πλαίσιο το χαμηλό εισόδημα και την υπομονή.

τέλος ά μέρους

Advertisements

Detroit ruins, tomorrow’s truth

Διαβάζοντας το κείμενο του Αντώνη στο Radical Desire, αξίζει να διαφωνήσεις καταφάσκοντας μαζί του. Στοχαζόμενος τα ίδια αρχικά, βλέπεις στη συνέχεια αυτές τις σκέψεις να αντιπαρατίθενται με την ιστορική εμπειρία. Τα ερείπια της αρχαιότητας έρχονται να υπενθυμίσουν πως μέσα στην εξέλιξη των ιστορικών παραδειγμάτων, υπάρχει και η άλλη όψη της συνέχειας, που δεν είναι άλλη από την εγκατάλειψη και το τελικό θάψιμο του παρελθόντος. Πότε το ψέμμα δεν ήταν στην καρδιά της αλήθειας; Πότε το τέλος δεν περίμενε στην υπόσχεση της αιωνιότητας;
Αυτές οι φωτογραφίες δεν είναι τίποτε άλλο από μία παροντική (που εμφανίζεται ως μελλοντική ακριβώς επειδή το σύνολο του ιστορικού παραδείγματος δεν έχει πάψει να παραμένει τέτοιο, δηλαδή σύγχρονο, με άλλα λόγια κυρίαρχο, ακόμη και σήμερα) μνήμη.
Οπότε, η σχέση του υποκειμένου με τον χρόνο ταράζεται, καθώς ο ίδιος ο προσδιορισμός του πολιτισμικά θεσμισμένου «τώρα» έχει άμεσες συνδηλώσεις παραστάσεων χωρικών και αρχιτεκτονικών.
Αυτή δηλαδή η αντίληψη των μορφών, ταράζεται στη θέα του χρονικά πεπερασμένου των τεχνικών δημιουργιών.
Ο κλονισμός της (ανορθολογικής κατά βάση) βεβαιότητας ενός ατέρμονου παρόντος, η εκβολή του κανονιστικά δεδομένου στον ωκεανό των απολεσθέντων και της λησμονιάς από την ανθρώπινη κοινωνία, η ίδια η μετάλλαξη της τελευταίας και η άρνηση της φυσικής της λειτουργίας – που δεν είναι άλλη από την συνέχειά της ή την δημιουργία συνθηκών για την αναπαραγωγή της – προδίδει τόσο την εγγενή αυτοκαταστροφική μανία, όσο και τον μοναδικό ανίκητο κανόνα, την ίδια την περατότητα. Των μορφών τουλάχιστον, για να συμφωνήσει κι ο τελευταίος χριστιανός.

Η προσδοκία των όσων από μας επαγγελόμαστε διαφορετικές δυνατότητες ως μοντέλα οργάνωσης για την επίτευξη της κοινωνικής ευρυθμίας, στο βαθμό που η τελευταία θα καταστεί τέτοια, μοντέλα που θα εξασφαλίζουν την ελευθρία της γνώμης, την ισότιμη συμμετοχή στα κοινά και θα παράσχει στα μέλη της τις υλικές προϋποθέσεις για την βελτιστοποίηση των πιθανοτήτων της επίτευξης της αυτονομίας του υποκειμένου, ωφείλουμε να μην φαινόμαστε ταραγμένοι από το σκάνδαλο. Μα κι εμείς, σε τελική ανάλυση, ένα άλλο σκάνδαλο επιθυμούμε να θεσμίσουμε. Το οποίο στέκει προς το παρόν σαν μισοχτισμένο κτήριο που ερειπώνει στις όχθες κάποιας λεωφόρου. Κι εμείς οι μάστορες που βαδίζουμε κατά κει.

Πάει και η Siemens

Η αποβιομηχάνιση της γενέθλιας πόλης συνεχίζεται με γοργούς ρυθμούς. Η κοινωνική κρίση στην πόλη που κάποτε γέννησε το εργατικό κίνημα στα Βαλκάνια ολοένα και μεγαλώνει. Αλλά με τέτοιο εργατικό κέντρο, τι πιο λογικό από το να στράφεται ο άνεργος σε πολιτικές ατραπούς που του προσφέρουν άμεση – έστω φαντασιακή και μόνο – δικαίωση. Την ίδια ώρα στο Βιλαμπάφο της Αριστεράς, ακόμα στρίβουν…

Περισσότερα εδώ.

ΥΓ: Κρίμα και το κουκούλωμα της υπόθεσης, έτσι κυρ-εισαγγελέα;

update: Ιδέα αντίδρασης στην κυβέρνηση:

13

Γυρίζει πίσω ο χρόνος. 13 χρόνια. Γειτονιά, τσιμέντο καυτό και καρπούζι με φέτα στο μπαλκόνι. Το πηρούνι να γρατζουνάει τα δόντια, κάθε που πάει ν’ απομακρυνθεί απ’ αυτά. Ο ίδρωτας να στάζει και το σώμα να κολλάει στην καρέκλα. Μπάσκετ στο Ποσειδώνιο και τον Γαλαξία. Ποδόσφαιρο πάλι εκεί. Ο χρόνος επαναλαμβάνεται, μα σε φαστ φόργουορντ. Ως ανάμνηση. Γεννιέται μια επιθυμία για τρέξιμο. Εδώ τα πράγματα φαίνονται καλύτερα. Πάρκα, δροσιά, αν και όχι πάντα (δέκα μέρες συνέχεια έχει πάνω από 30 βαθμούς). Το κλείσιμο σε καφέ και διαμερίσματα είναι επιβεβλημένο, από τις δομές των σχέσεων και των υποχρεώσεων. Έχουμε τόσο ωραίες υποδομές και κλεινόμαστε, κλειστήκαμε εκεί. Περιορίσαμε τα σημεία αναφοράς μας. Αφεθήκαμε στη συμπεριφορά που μας επιβάλλουν οι κλειστοί χώροι. Από το πεδίο, στην αρένα. Διαρκής αλληλόβρωση, εκούσια και επιθυμητή. Τρώγοντας καρπούζι τα μεσημέρια, περνάνε οι πιο περίεργες σκέψεις. Το βράδυ, πάλι με την υγρασία του ποταμιού και της βροχής να δανείζει το δέρμα στην καρέκλα, συλλέγονται οι σκόρπιες σκέψεις στα ακροδάχτυλα. Και η πράξη κάνει το κλειστό «κτ» σε «χτ». Η αρτιότητα δίνει τη θέση της στον σίελο. Το καρπούζι μόνο πρέπει να αντικατασταθεί. Να γίνει κολοκύθι, να ταιριάζει με το παραμύθι. Να πηγαίνει και πίσω στον χρόνο. Σίγουρα πάνω από 5 χρόνια. Ας πούμε 13, όσο και το τραγούδι:

Κυριακή του Πάσχα

Posted On Απρίλιος 26, 2008

Filed under αστικό περιβάλλον, politics

Comments Dropped leave a response

στο Βερολίνο


link

Επόμενη σελίδα: »